Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Καλό ιστοριοταξίδι! Μερικές σκέψεις για το blog...


.Μου προτείνανε να πω μια ιστορία. Οτιδήποτε θέλω.  Ξέρετε… μια σαν αυτές που δεν έχουμε πει ποτέ σε κανέναν, ή που γέννησε η φαντασία μας, ιστορίες που ποτέ δεν βρήκαμε το χρόνο να μοιραστούμε, ή δεν θέλαμε να τις μοιραστούμε και τώρα θέλουμε, ιστορίες καθημερινές, ιστορίες απίστευτες, αστείες ή θλιβερές, παραμύθια πολιτισμών που μετράνε αιώνες από στόμα σε στόμα και τώρα ήρθε η ώρα να καταγραφούν ή απλά ιστορίες… κάποιων άλλων που αυτοί δεν πρόλαβαν να διηγηθούν.

Αυτό το blog θα είναι, λέει, μια μεγάλη εγκυκλοπαίδεια ιστοριών. Κι όσο αυτό θα γεμίζει με τις ιστορίες μας, θα χτίζει την δική του μέσα στο ιστοριοπέλαγος του Διαδικτύου. Ή καλύτερα, θα είναι σαν αυτά τα πεταμένα μπουκάλια από κρασί που κάποιος μεθυσμένος έριξε στη θάλασσα αφού πρώτα άδειασε στο στόμα του όλο το υγρό περιεχόμενο και έβαλε στη θέση του ένα τυλιγμένο χαρτάκι με… μια ιστορία! Κι αφού το μπουκάλι τραμπαλίστηκε για κάμποσες μέρες στα κύματα, ξεβράστηκε σε μια παραλία όπου κάποιος άλλος μεθύστακας το βρήκε, διάβασε την ιστορία κι ύστερα, έγραψε την δική του. Τοποθέτησε κι αυτός το χαρτάκι του στο μπουκάλι και το ξαναπέταξε στη θάλασσα. Κι όσο το μπουκάλι θα ταξιδεύει στον ωκεανό ή αν θέλετε… στο Διαδίκτυο θα φτάνει σε παραλίες με μεθύστακες που θα διαβάζουν και θα γράφουν ιστορίες. Και το μπουκάλι  θα γεμίζει με αναμνήσεις, σκέψεις, συναισθήματα.

Και πού ξέρετε; Ίσως κάποτε, να μαζευτούν όλοι οι μεθύστακες νύχτα σε μια παραλία και να μεθύσουν με ιστορίες από κοντά. Γιατί όχι;

Μ’ αρέσει. Σαν μεθύστακας κι εγώ, θα γράφω τις ιστορίες μου σε ένα χαρτάκι και θα τις βάζω στο μπουκάλι –το blog ντε!- όποτε τυχαίνει να περνάει από την παραλία μου.

Λοιπόν…
καλώς σας βρήκα!

Πινόκιο

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Η Καλλιστώ απ' τη Μυθολογία

Η Καλλιστώ, ιέρεια του κυνηγιού, ήταν κόρη του βασιλιά Λυκάονα της Αρκαδίας και προστατευόμενη της θεάς Άρτεμης. Η ομορφιά της προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Δία, ο οποίος την πρόσθεσε στην ατέλειωτη σειρά των γυναικών του. Εξοργισμένη η Άρτεμη την έδιωξε από το περιβάλλον της. Η Καλλιστώ, έγκυος από τον πατέρα των θεών, περιπλανήθηκε μόνη στα πυκνά δάση της Αρκαδίας και γέννησε το γιο της, τον Αρκάδα, κάτω από ένα πλατάνι. Το συμβάν δεν ξέφυγε από τη ζηλόφθονη ματιά της Ήρας.

Η απατημένη σύζυγος του Δία αποφάσισε να τον εκδικηθεί μεταμορφώνοντας την Καλλιστώ σε αρκούδα.

Τα χρόνια πέρασαν και κάποτε, ενώ ο νεαρός Αρκάδας κυνηγούσε στα δάση, ξεπρόβαλε από τα φυλλώματα η μεταμορφωμένη του μάνα που έτρεξε με λαχτάρα να τον αγκαλιάσει. Τρομοκρατημένος ο γιος, βλέποντας την αρκούδα να έρχεται, ετοιμάστηκε να τη σκοτώσει με το δόρυ του. Ο Δίας που δεν άντεξε τον πόνο της μητροκτονίας μετέφερε μητέρα και γιο στον ουρανό και τους μεταμόρφωσε σε αστερισμούς, για να χαίρονται εκεί αιώνια τις νύχτες, ο ένας κοντά στον άλλο. Η μητέρα έγινε ο αστερισμός της Μεγάλης Άρκτου , η κορωνίδα του βόρειου ημισφαιρίου του ουρανού, και ο γιος της, ο Αρκάς, ο αστερισμός της Μικρής Άρκτου .

Όταν όμως η Ήρα κοίταξε στον ουρανό, κατάλαβε ότι οι δύο νέοι αστερισμοί ήταν έργο του άνδρα της. Παρήγγειλε αμέσως στον Ωκεανό να μην επιτρέψει ποτέ στους δύο αστερισμούς να αναπαυθούν στα υγρά βασίλειά του.

Από τότε είναι αειφανείς, δηλαδή ορατοί όλο το χρόνο και είναι καταδικασμένοι να μην ανατέλλουν, ούτε να δύουν, για να μη δροσίζονται ποτέ στη θάλασσα.
                                                               anonumos

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Γιατί ο Ηλιος και η Σελήνη ζουν στον ουρανό Από τη Νιγηρία

Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ο Ηλιος και το Νερό ήταν καλοί φίλοι και κατοικούσαν
στη γη. Ο Ηλιος περνούσε πολύ συχνά από το σπίτι του Νερού, αλλά το Νερό ποτέ δεν
επισκεπτόταν τον Ηλιο. Μια μέρα, λέει ο Ηλιος στο Νερό: «Καλέ μου φίλε, έχω ένα
παράπονο. Γιατί ποτέ δεν περνάς από το σπίτι μου να μου πεις μια καλημέρα;» «Α,
φίλε μου», απάντησε το νερό, «το σπίτι σου είναι πολύ μικρό. Αν έρθω να σε επισκεφτώ
με τη συνοδεία μου, εσύ πρέπει να βγεις απ' το παράθυρο, για να χωρέσουμε. Αν θέλεις
να σε επισκεφθώ, πρέπει να χτίσεις ένα λαμπρό παλάτι. Σε προειδοποιώ, όμως: να
είναι πελώριο, γιατί η συνοδεία μου είναι πραγματικά πολύ μεγάλη».

Ο Ηλιος υποσχέθηκε να χτίσει ένα πελώριο παλάτι, κι αμέσως γύρισε σπίτι του στη
γυναίκα του, τη Σελήνη. «Πρέπει να χτίσουμε ένα τεράστιο παλάτι για τον φίλο
μας το Νερό», είπε στη Σελήνη. «Δεν μπορούμε να το δεχτούμε εδώ μέσα. Εμπρός,
αρχίζουμε το χτίσιμο».

Πέρασε καιρός ώσπου να τελειώσουν, κι όταν πια είχε μπει και το τελευταίο
κεραμίδι, όταν είχε φυτευτεί και το τελευταίο λουλούδι, ο Ηλιος κάλεσε το
Νερό να έρθει να τον επισκεφτεί.

Οταν έφτασε στην πόρτα, το Νερό φώναξε στον Ηλιο: «Ηλιε, φίλε μου, είσαι σίγουρος
ότι μπορώ να μπω;» κι εκείνος απάντησε «Μα ναι, φίλε μου! Εχτισα για σένα ένα πελώριο
παλάτι. Πέρασε μέσα».

Και τότε το Νερό άρχισε να ρέει μέσα στο παλάτι, και το συνόδευαν τα ψάρια κι όλα
τα πλάσματα της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών. Ανέβαινε το νερό, κι έφτασε
τον Ηλιο ώς το γόνατο. Τότε, τον ξαναρώτησε: «Ηλιε, φίλε μου, είσαι
σίγουρος ότι μπορώ να μπω;» «Ναι, φίλε μου», απάντησε ο Ηλιος και το Νερό
συνέχισε να ρέει μέσα στο παλάτι. Οταν πια είχε φτάσει τον Ηλιο ώς τον ώμο, το Νερό
ξαναρώτησε: «Ηλιε, φίλε μου, χωράει κι άλλους δικούς μου το παλάτι σου;» Ο Ηλιος
και η Σελήνη, μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν τον καλεσμένο τους,
απάντησαν και πάλι «Ναι». Και τότε το Νερό πλημμύρισε το παλάτι, αναγκάζοντας τον
Ηλιο και τη Σελήνη να σκαρφαλώσουν στη στέγη για να μην πνιγούν.

Για τελευταία φορά, ρώτησε το Νερό: «Ηλιε, φίλε μου, μήπως πρέπει να σταματήσουν να
έρχονται οι δικοί μου;» Ομως ο Ηλιος και η Σελήνη δεν μπορούσαν πια να απαντήσουν.
Το Νερό είχε πλημμυρίσει τα πάντα και το ζευγάρι είχε εγκαταλείψει τη στέγη και
είχε γαντζωθεί από ένα σύννεφο για να γλιτώσει. Κι έτσι, ποτέ ξανά δεν κατέβηκαν
στη Γη ο Ηλιος και η Σελήνη και μέχρι σήμερα ζουν ευτυχισμένοι -και στεγνοί-
ψηλά στον ουρανό.

                                                               panas

ινδιανικο παραμυθι...

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε μια
φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που
όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα.

Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο
Άνεμος και του είπε:

";Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να
γίνει γυναίκα μου;";

";Όχι";, του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα.

Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της,

";Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα
του και να γίνω γυναίκα του;";

";Όχι";, της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. ";Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί,
συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε
πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να
πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.";

Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε σε ένα
αδιεπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

";Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα
μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα";,
σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε
έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη.

Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό
μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρίσει ανάμέσα
από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ' όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε να βρει
τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος.

Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως ο
αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακρυά
τους.

Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά.
Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα
στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την
έκανε γυναίκα του.

Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να
σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας
τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους.

Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός
άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και
χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον
άφησε αναίσθητο. Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του
ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει.

Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε
ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.";Έλα μαζί μου,"; άρχισε να της
φωνάζει με απελπισία.

Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε
τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα.
Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε
ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος.

Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη
πάνω στο κανό. ";Ας αναποδογυρίσει";, σκέφτηκε. ";Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα
μου ασφαλή στην ξηρά."; Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και
ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

";Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου";, φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν
πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η
κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι
ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει.

Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε
θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

";Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα"; έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους
ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στα αντισκηνά τους.

Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτωντας στο
νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι
στο φεγγάρι.

Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή
που τρομαγμένη έπεσε από το κανό.

Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη, προσπαθώντας να βρει τον
αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος.

Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του
γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει         
ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά
στο φεγγάρι ...
                                                                 mangas
      

Άκου Ανθρωπάκο! Βίλχελμ Ράϊχ (απόσπασμα)

«Ξέρεις, Ανθρωπάκο, πως θα ένιωθε ένας αητός άμα έκλωθε αυγά μιας κότας;
Αρχικά ο αητός νομίζει ότι θα κλωσσήσει μικρά αετόπουλα που θα μεγαλώσουν.
Μα εκείνο που βγαίνει από τα αυγά δεν είναι παρά μικρά...κοτόπουλα.
Απελπισμένος ο αητός εξακολουθεί να ελπίζει πως τα κοτόπουλα θα γίνουν αητοί.
Μα που τέτοιο πράμμα! Τελικά δε βγαίνουν παρά κότες που κακαρίζουν.

Όταν ο αητός διαπιστώνει κάτι τέτοιο βρίσκεται στο δίλημμα αν πρέπει να
καταβροχθίσει όλα τα κοτόπουλα και τις κότες που κακαρίζουν. Μα συγκρατείται.

Κι’ ό,τι τον κάνει να συγκρατηθεί είναι μια μικρή ελπίδα· πως ανάμεσα στα τόσα
κοτόπουλα, μπορεί κάποτε να βρεθεί ένα αητόπουλο, ικανό σαν εκείνον τον ίδιο, ένα
αητόπουλο που από την ψηλή φωληά του θ’ ατενίζει μακριά κόσμους καινούριους,
σκέψεις καινούριες, καινούρια σχήματα ζωής.

Μόνο αυτή η ανεπαίσθητη ελπίδα κρατάει το λυπημένο, τον αποξενωμένο αητό από την
απόφασή του να φάει όλα τα κοτόπουλα και όλες τις κότες που κακαρίζουν, και που δεν
βλέπουν ότι τα κλωσσάει ένας αητός, δεν καταλαβαίνουν ότι ζούνε σ’ ένα ψηλό,
απόμακρο βράχο, μακριά από τις υγρές και σκοτεινές κοιλάδες. Δεν ατενίζουν την
απόσταση, όπως κάνει ο απομονωμένος αητός. Μόνο καταβροχθίζουν και
καταβροχθίζουν, όλο καταβροχθίζουν ό,τι φέρνει ο αητός στη φωλιά.

Οι κότες και τα κοτόπουλα άφησαν τον αητό να τα ζεστάνει κάτω από τα μεγάλα και
δυνατά του φτερά όταν απ’ όξω κροτάλιζε η βροχή και αναβροντούσαν οι καταιγίδες
που ‘κείνος άντεχε δίχως καμμιά προστασία.

Όταν τα πράμματα γίνονταν σκληρότερα, του πέταγαν μικρές μυτερές πέτρες από κάποια
ενέδρα για να τον χτυπήσουν και να τον πληγώσουν.

Όταν ο αητός αντιλήφθηκε την κακοήθεια ετούτη, πρώτη του αντίδραση ήταν να τα
ξεσχίσει σε χίλια κομμάτια.

Μα το ξανασκέφτηκε κι’ άρχισε να τα λυπάται. Κάποτε, έλπισε, θα βρισκόταν –
έπρεπε να βρεθεί – ανάμεσα στα τόσα κοντόφθαλμα κοτόπουλα που κακάριζαν και
καταβρόχθιζαν ό,τι έλαχε μπροστά τους, ένας μικρός αητός σαν τον ίδιο του τον
εαυτό.

Ο μοναχός αητός μέχρι σήμερα δεν έχει εγκαταλείψει την ελπίδα. Κι’ εξακολουθεί
να κλωσσάει κοτόπουλα.


Δεν θέλεις να γίνεις αητός, Ανθρωπάκο.
Γιαυτό σε τρώνε τα όρνεα.

Φοβάσαι τους αητούς κι’ έτσι ζεις κοπαδιαστά και κοπαδιαστά εξολοθρεύεσαι.

Γιατί μερικά από τα κοτόπουλα σου έχουν κλωσσήσει αυγά όρνεων. Και τα όρνεά σου
έχουνε γίνει οι Φύρερ σου ενάντια στους αητούς, τους αητούς που θελήσανε να σε
οδηγήσουν σε μακρινότερες, πιο υποσχετικές αποστάσεις. Τα όρνεα σε
δίδαξαν να τρως ψοφίμια και ν’ασαι ικανοποιημένος με ελάχιστα σπειριά
σιτάρι.

Σ’ έμαθαν και να ορύεσαι «Ζήτω, ζήτω, Μέγα Όρνεο!».

Τώρα λιμοκτονείς και πεθαίνεις κι’ ακόμη φοβάσαι τους αητούς που κλωσσάνε τα
κοτόπουλά σου.»

                                 bazinga