Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Λαθραίοι στον Παράδεισο

Ο Μπάρμπα Πέτρος εδώ και τρία χρόνια είχε πάρει σύνταξη. Ήταν ιδιοκτήτης μιας αρκετά μεγάλης εταιρείας που εισήγαγε τηλεπικοινωνιακό υλικό και οπτικές ίνες και που τώρα πιά, είχε παραδώσει στην κόρη και τον γιό του.. Ταξίδευε για Λαμία μαζί με την κυρα Χριστίνα, την γυναίκα του. Αν και είχε βγεί στη σύνταξη, το μεράκι του για τις δουλειές δεν τον άφηνε ήσυχο και προκειμένου να μην πολυενοχλεί τα παιδιά, αποφάσισε να πάει μερικές μέρες στο εξοχικό του. Δόξα το Θεό οι δουλειές πήγαιναν καλά παρά την κρίση. Είχε βέβαια μειώσει σε όλους τους υπαλλήλους τα μεροκάματα και τους έβαζε μισά ένσημα (κι αυτό για το ΙΚΑ δηλαδή,μη γίνει καμια στραβή..), οπότε τα κέρδη ήταν καλά.. Ο γιός του ο Διονύσης αντιδρούσε λίγο βέβαια σε αυτές του τις αποφάσεις. Την είχε δεί λίγο κομμουνιστής απο το πανεπιστήμιο,αλλά το να κρατάς την δουλειά ήταν δύσκολο και είχε προσαρμοστεί στα δεδομένα, παραβλέποντας τις "ξοφλημένες ιδεολογίες" του, όπως τις αποκαλούσε ο πατέρας του.

Ο ίδιος ο μπάρμπα - Πέτρος (κι αυτό το "μπάρμπα" τον νευρίαζε αφόρητα), πάντα ήξερε να κρατά τις ισορροπίες στο μαγαζί αλλά και στην οικογένειά του. Τύπος με βραχνή,δυνατή και αυστηρή φωνή η οποία τον βοηθούσε να επιβάλλεται εύκολα. Μερικές φορές ακόμα κι αν δεν είχε δίκιο!

Σταμάτησε σε ένα φανάρι, και κάποιο παιδί άρχισε να του πλένει τα τζάμια. Του έριξε κάτι πρόχειρα "καντήλια" και άρχισε να μονολογεί..
-Αμάν πιά μ' αυτά τα Πακιστάνια. Έχει τιγκάρει η Αθήνα. Πού είσαι ρε Παπαδόπουλε...
Η Χριστίνα τον συμπλήρωσε..
-Κράτος είναι αυτό; Χάος έχει καταντήσει. Φοβάσαι να κυκλοφορήσεις πιά..
Όλοι οι μαύροι και οι Αλβανοί μου μαζεύτηκαν στην Αθήνα.
-Αυτά πέστα στον γιό σου τον κομμουνιστή, που μου τους υποστηρίζει! Με το ζόρι θα τον βάλω να ψηφίσει τον Καρατζαφέρη.. συνέχισε ο Πέτρος μεταξύ σοβαρού και αστείου.

Χτύπησε το κινητό τηλέφωνο..
-Έλα.. Έλα ρε Κώστα. Που θα πάς; Στο Άγιο Όρος; Πότε ρε μαλάκα;
Ναι ρε μέσα. Για Λαμία πάω με την κυρά.. Ναι!
Καθώς ο Πέτρος οδηγούσε μιλώντας στο κινητό του τηλέφωνο η Χριστίνα έβλεπε αμήχανα διάφορους μετανάστες να δουλεύουν στα ορύγματα του δρόμου,κουβαλώντας σωλήνες και ξετυλίγοντας συρμάτινα πλέγματα. Αναρωτιόταν πόσοι να είναι και για ποιό λόγο ξόδεψαν μια περιουσία για να έρθουν απο τις πατρίδες τους εδώ..

Ξαφνικά το πράσινο τζιπ που οδηγούσε ο Πέτρος άρχισε να γλιστρά απο τα χώματα των έργων που γίνονταν στο δρόμο.. Προσπάθησε να διορθώσει την πορεία του αυτοκινήτου πετώντας το τηλέφωνο κάτω..
Η Χριστίνα άρχισε να φωνάζει "Πρόσεχε Πέτρο.. Πρόσεχεεε"..
Το τζίπ έφερε μισή σβούρα,έσπασε ένα μικρό χωμάτινο ανάχωμα και προσγειώθηκε πάνω στις ράγες του Τραίνου.. Ο Πέτρος λιποθύμησε απο την κρούση. Η Κατερίνα άρχισε να φωνάζει σοκαρισμένη βοήθεια..



Ο Χουσάιν ήταν εδώ και 1 χρόνο στην Ελλάδα. Είχε έρθει παράνομα μέχρι εδώ ευελπιστώντας σε μια καλύτερη ζωή. Ήταν απο το Πακιστάν. Απο την επαρχία Κιμπέρ Πακτουνκάβα. Τον Αύγουστο του 2010 ο ποταμός Ινδός είχε πλημμυρίσει σχεδόν την μισή χώρα. Οι γονείς του πνίγηκαν μαζί με ακόμα ενάμιση εκατομμύριο συμπατριώτες του. Ήταν πολύ τυχερός τότε που γλίτωσε απο αυτή τη πλημμύρα. Ίσως την μεγαλύτερη που είχε δεί μέχρι τότε. Ήταν μόλις 18 χρόνων βέβαια,αλλά ήξερε πόσο νερό κατεβάζουν οι μουσώνες. Τα τελευταία χρόνια όμως το ποτάμι κατέβαζε όλο και πιο πολύ. Όλοι λέγαν οτι αυτό μάλλον οφείλετε στο φαινόμενο του θερμοκηπίου που λιώνει πιο πολύ χιόνι στα βουνά του Κορακόραμ. Μέχρι και οι αιώνιοι παγετώνες που δεν λιώνουν ποτέ είχαν κι αυτοί αρχίσει να λιώνουν.
Εκείνο τον Αύγουστο πάνω απο 20 εκατομμύρια συμπατριώτες του μείναν άστεγοι ψάχνοντας μέρος για να μείνουν. Ο Χουσάιν είχε κάποιον θείο στην Ελλάδα που είχε πάει εκεί εδώ και 10 χρόνια.
Ο Ιφτικάρ ήταν συγχωριανός του. Επιζών κι αυτός ο οποίος τον βοήθησε να φτάσει μέχρι την Ελλάδα. Ο Ιφτικάρ είχε ξανάρθει Ελλάδα αλλά τον είχαν απελάσει. Ήταν 30 ετών και έφυγε απο την χώρα επειδή δεν υπήρχε εκεί καμιά προοπτική. Οτι χρήματα είχε μαζέψει μέχρι τότε απο τις περιστασιακές δουλειές που έκανε τα έδωσε στους Τούρκους εμπόρους που του είχαν υποσχεθεί μιαν αξιοπρεπή ζωή στην Ευρώπη.. Δεν είχε βρεί βέβαια αυτό που περίμενε,αλλά στην Ελλάδα υπήρχε μια κοινότητα που αλληλοϋποστηρίζονταν και έβρισκαν δουλειές ο ένας στον άλλον. Πολλοί δεν τα κατάφερναν όμως και αναγκάζονταν να κάνουν παράνομες πράξεις προκειμένου να βρούν τα χρήματα ώστε να επιβιώσουν. Μετά την απέλαση δεν είχε σκοπό να μπεί στην ίδια περιπέτεια,αλλά μετά απο αυτή τη πλημμύρα οι όποιες προοπτικές εξανεμίστηκαν, αναγκάζοντάς τον να ξαναπάρει τον ίδιο προσφυγικό δρόμο..

Ο Χουσάιν και ο Ιφτικάρ δούλευαν το τελευταίο διάστημα σε έναν εργολάβο που περνούσε οπτικές ίνες για μεγάλες εταιρείες που πουλάνε το ίντερνετ. Δούλευαν σχεδόν όλη τη μέρα για 15 ευρώ κι ένα ποσό απο αυτό το άφηναν στην άκρη για το νοίκι. Ζούσαν σε ένα σπίτι κοντά στα 20 άτομα. Ο Χουσάιν και ο Ιφτικάρ μοιράζονταν το δωμάτιό τους με άλλα τρία άτομα.. Ο ένας μάλιστα ήταν και Ινδός -κανονικά θα έπρεπε να είναι εχθροί αλλά σε μια ξένη πατρίδα δεν είχαν νόημα οι εθνικές διαφωνίες τους-

Περνούσαν το τελευταίο καρούλι οπτικής ίνας πρίν το μεσημεριανό διάλειμμα όταν άκουσαν ένα φρενάρισμα και είδαν ένα πράσινο αυτοκίνητο να κοπανάει πάνω στο χωμάτινο ανάχωμα του ορύγματος και να προσγειώνεται τουμπαρισμένο πάνω στις ράγες του τραίνου.. Ο Ιφτικάρ ήξερε πως εκείνη η ώρα ήταν επικίνδυνη. Αν δεν πάθαν κάτι οι επιβάτες απο το ατύχημα σε λίγα λεπτά θα περνούσε το τραίνο.. Τα παράτησε όλα λοιπόν και ψιθυρίζοντας Αλλάχ,Αλλάχ έτρεχε προς το αυτοκίνητο. Τον ακολούθησαν ο μικρούλης Χουσάιν και ο Ινδός συγκάτοικός τους,ενώ οι υπόλοιποι εργάτες φοβούμενοι και λίγο το αφεντικό τους μείναν να κοιτάν κάπως αμήχανα.

Οι τρείς τους λοιπόν προσπάθησαν να ανοίξουν την φρακαρισμένη απο το ατύχημα πόρτα του αυτοκινήτου. Η κυρά-Χριστίνα σοκαρισμένη μέσα στο αυτοκίνητο έκλαιγε φωνάζοντας το όνομα του λιπόθυμου ακόμα Πέτρου. Ο Ιφτικάρ έστειλε τον Χουσάιν να φέρει έναν κασμά. Σε λίγο ο μικρός επέστρεψε και άρχισε να σπάει το μπαρμπρίζ.. Προσπαθούσαν να τραβήξουν έξω την Χριστίνα,που σοκαρισμένη αντιστεκόταν.. Η ώρα περνούσε.. Το ιντερσίτι ακούστηκε λίγα δευτερόλεπτα πρίν μπεί σε τροχιά σύγκρουσης με το αυτοκίνητο. Κανείς δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα. Ούτε ο οδηγός του τραίνου, ούτε οι τρείς μετανάστες..

Μόνο ο Χουσάιν σήκωσε τα χέρια του πρίν παρασυρθεί απο την αμαξοστοιχία, λές και αγκάλιαζε τους γονείς του.. Τους νεκρούς ήδη γονείς του..
Σε μια στιγμή τα σύνορα που χωρίζουν τους ανθρώπους χάθηκαν.
Σε μια στιγμή όλοι κοιτάξαν τον ίδιο ουρανό.
Και κάποιοι μπήκαν λαθραία στον Παράδεισο.. 

                                                                        Lykos