Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Η φωνή της λίμνης...

Παρασκευή 12:00 μμ στον λιμναίο οικισμό Καστοριάς η συναυλία. Το συγκρότημα ανταποκρινόμενο στις παρακλήσεις των θεατών αποφασίζουν να συνεχίσουν για λίγο ακόμα.
Το κρύο πια το νιώθουμε όλοι. Πλησιάζω κοντά στην λίμνη. Στην πανέμορφη «Ορεστειάδα», πόσους θρύλους και ιστορίες έχω ακούσει γι’ αυτήν.
Στο βάθος οι καλύβες του λιμναίου οικισμού φωτισμένες σε μεταφέρουν σε ένα άλλο κόσμο…..
Νιώθω δέος ….. μα η καρδιά μου κλαίει ….. ο ήχος της κιθάρας, του ακορντεόν και του μπάσου με συνεφέρνουν λίγο … νιώθω απογοητευμένος ; γιατί ; ………………
Η ομορφιά της λίμνης με ηρεμεί …..ακούγεται ένα Θρόισμα … μα όχι ακούγεται η καθαρά, μια φωνή από την λίμνη να με ρωτά : γιατί μελαγχολείς ; δεν ξέρεις πόσο τυχερός είσαι ….
Εγώ ;;…….
Ναι εσύ ……μα δεν βλέπεις ! δεν ακούς ! δεν νιώθεις …….
Μα ναι τα άτομα χειροκροτούν με ενθουσιασμό … παντού χαμογελαστά πρόσωπα … παντού ακούγονται μπράβο … κοιτώ τους εθελοντές αυτούς που μέρες τώρα έτρεχαν για την συναυλία …. Πόσο άγχος; …. Από το πρωί στον λιμναίο οικισμό….
Θα βρέξει δεν θα βρέξει; ….. θα είναι όλα έτοιμα; ….. τί κούραση θεέ μου…..
Και όμως βλέπω μόνο χαμογελαστά πρόσωπα …. Για όλους έχουν μια καληνύχτα .. ένα ευχαριστώ …
Βλέπεις ακούγεται πάλι η φωνή…
Ναι βλέπω άτομα να λένε κι αυτά ευχαριστώ στα παιδιά… να ρωτούν για τον εθελοντισμό ….. να απορούν … γιατί προσφέρουν εθελοντικά εργασία; … γιατί όλοι έχουν μια φωνή; ..μία καρδιά; .. μια φλογερή καρδιά γεμάτη αγάπη για όλους; ….
Σε όλους απαντούν με χαμόγελο … σε όλους τονίζουν εμείς είμαστε η αρχή εσείς το μέλλον…

Πάμε τώρα μια βόλτα στον οικισμό, ακούγεται πάλι η φωνή … βαδίζω σιωπηλός ανάμεσα στις καλύβες .. νιώθω δέος για τον μακρινό πρόγονο μας… το βλέμμα μου πέφτει στην πανέμορφη πόλη της Καστοριάς …..
Και η φωνή της λίμνης με ρωτάει : «μήπως νομίζεις ότι όλα αυτά έγιναν σε μία ημέρα;» να ξέρεις τι ίδρωτας χρειάστηκε .. πόσα δάκρυα .. πόσα χρόνια ….πόσος κόπος μα στο τέλος όλα έγιναν ..όλα αυτά για τα οποία εσύ τώρα νιώθεις δέος …
Ακούγονται φωνές …με ψάχνουν .. ανησύχησαν για μένα.. ….με ρωτούν όλοι αν είμαι καλά … με αγκαλιάζουν …
Δύο δάκρυα κυλούν από τα μάτια μου… η καρδιά μου χαμογελάει … και μια φωνή ακούγεται από τα βάθη της καρδιάς μου … ευχαριστώ παιδιά μου ευχαριστώ …. Να ξέρετε σας αγαπώ…………..

Στον Δημήτρη – Τέο (μπάρμαν) – Μάκη – Ηλία – Χρήστο – Σάκη – Παύλο – Ελένη – Ευγενία - Αλέκα – Χριστίνα – Χριστίνα – Σταυρούλα - Μαρία – Παρασκευή

Σ’ ευχαριστούμε Γιώργο για την αγάπη σου………………………

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

"Το νησί των συναισθημάτων"

Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα συναισθήματα…
Εκεί ζούσαν η ευτυχία, η λύπη, η γνώση, η αγάπη και άλλα πολλά συναισθήματα…
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν. Η αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω, ήθελε να αντέξει μέχρι και την τελευταία στιγμή…
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζετε, η αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον πλούτο που περνούσε με μια λαμπρή θαλαμηγό και τον ρωτάει:
-Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;
-Όχι δεν μπορώ.. απάντησε ο πλούτος..!! Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για εσένα.
Η αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος..
-Σε παρακαλώ βοήθησε με.. είπε η αγάπη!
-Δεν μπορώ να σε βοηθήσω, είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου… της είπε η αλαζονεία..
Η λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια και από αυτή…
-Λύπη άφησε με να έρθω μαζί σου…
-Οοο αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου.. είπε η λύπη!
Η ευτυχία πέρασε από μπροστά της, αλλά ήταν τόσο ευτυχισμένη που δεν της έδωσε καν σημασία.. όταν φώναζε για βοήθεια!
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή…
-"Αγάπη έλα προς εδώ, θα σε πάρω εγώ μαζί μου!!"
Ήταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που η αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από ευγνωμοσύνη που ξέχασε να ρωτήσει το όνομα του..
Όταν έφτασε στη στεριά, ο ηλικιωμένος έφυγε και πήγε στο δρόμο του…
Η αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που την βοήθησε ρώτησε την γνώση:
-Γνώση, ποιος με βοήθησε;
-Ο χρόνος, της απαντάει η γνώση…
-Ο χρόνος; Γιατί με βοήθησε ο χρόνος;
Τότε η γνώση χαμογέλασε και με βαθειά σοφία είπε:
-Μόνο ο χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η αγάπη….
   
                                                                       elenh
                                                                        


                                                      

Μονόλογος μιας πουτάνας


          Να ‘μαι πάλι 7 η ώρα, χειμώνας καιρός  -Νοέμβρης- στα στενά. Μέσα στο Μοναστηράκι. Είμαι έτοιμη να εκδοθώ…

Η μέρα μου, η κάθε μέρα μου, αρχίζει με σκατά. Οι κυρίες της αυλής μου -της πολυκατοικίας μου- έχουν φροντίσει γι’ αυτό. Μισοδεμένες σακούλες, ριγμένα εντόσθια από κότες, κωλόχαρτα, γάζες, σάπιες ντομάτες, όλα αυτά τα νοικοκυριά των καθωσπρέπει κυριών, που δε γελούν για να μην κάνουν ρυτίδες, μου λένε κάθε δεύτερη μέρα «Καλημέρα!».

Στην τσάντα μου έχω πάντα ένα μπουκαλάκι με κολόνια. Για να τη βάλω …αργότερα. Μπαίνω στην Αδριανού. Δεξιά μου ψόφιες γάτες κάτω απ’ τις μουριές. Πιάνω τη μύτη μου. Κρατάω την αναπνοή μου. Αριστερά μου σάκοι, σακούλες, καφάσια γεμάτα βρώμα και χορτασιά. Είμαστε ένα ευημερόν Κράτος! Να η απόδειξη. Οι αριθμοί είναι περιττοί. Οι στατιστικές άχρηστες.

Να! Πάτησα σκατά. Ήτανε φρέσκα. Ανθρώπινα, όχι καβαλίνες. Πώς δε σκοτώθηκα; Τα παπούτσια μου ξαναπατούν  -πόσες φορές έχει γίνει αυτό;- στα νερά που ολημερίς, παντοτινά, τρέχουν από ένα σωλήνα στο τέλος της Αδριανού. Γιατί τρέχει πάντα αυτό το νερό; Δεν ξέρω. Να πεις τουλάχιστον πως παρέσερνε μαζί του και τις βρωμιές μας. Έτσι τρέχει αιωνίως, χωρίς σκοπό. Χωρίς λόγο. Μπορεί κάποιος αρμόδιος ποτέ να μην το είδε; Γιατί κι εγώ που το βλέπω και αγαναχτώ το είπα σε κανένα; Το γραψα σε καμιά εφημερίδα; Αδιαφορώ! Κοιτάζω τη δουλειά μου. Το «δε βαριέσαι» το μαθα να το λέω σαν την προσευχή μου κάθε βράδυ, όταν ήμουνα μικρή. Λέω λοιπόν: Δε βαριέσαι, ας γίνουν τούμπανο και θράκα τα πάντα. Εγώ να ‘μαι καλά! Μετά περνάω λίγη κολόνια στα μαλλιά κι ας λένε οι άλλοι, οι ειδικοί να τη βάζουμε στο δέρμα. Τέλος πάντων! Μια γυναίκα που κάνει τη δουλειά μου πρέπει να κλείνει μάτια κι αυτιά. Ν’ αδιαφορεί. Να υποκύπτει.

Εσείς είστε σε άλλη κατηγορία. Ανήκετε στον άντρα σας ή στον εαυτό σας , ας πούμε!
Εγώ ανήκω σ’ όλους. Στο κοινό μου, όπως θα λεγε μια τραγουδίστρια χωρίς χρυσά δόντια στην πρόσοψη.

Πέρασα από τ’ αφεντικό μου. Θέλει να γίνει η δουλειά γρήγορα. Βιάζεται. Μάλιστα μου κανε και υποδείξεις. Πρέπει να διορθώσω λίγο τις εκφράσεις μου, χωρίς προς Θεού ν’ αλλάξω το στυλ μου. Τον άκουσα κι έφυγα. Μ’ ένα αφεντικό ή συμφωνείς ή το βουλώνεις.

Είχα το βιβλιάριο μαζί μου. Το βιβλιάριο υγείας εννοώ. Τελικά δεν πήγα στον γιατρό. Τέσσερις μέρες το κουβαλούσα. Πάντα κάτι μου συμβαίνει κι αναβάλλω …γι’ αύριο.  «Κάλλιο σήμερα παρά αύριο, κάλλιο αύριο παρά ποτέ», αυτό το δόγμα τελευταία όλο τ’ αγνοώ. Πού πέρσυ, πρόπερσυ! Έμπλεξα βλέπετε μ’ αυτή την παλιοδουλειά! Άμα εκδίδεσαι βρίσκεσαι διαλυμένη, μασημένη, φτυσμένη, χωνεμένη σ’ όλα τα στόματα. Γίνεσαι απόπατος κι απάνω σου χέζουν όλοι κι όλες. Πάει κι ο γιατρός …

Εντάξει, εκδίδεσαι! Μα ξεκίνησες τίμια. Τόσο κύριε η ταρίφα. Λίγη, λίγη. Μα ποτέ άτιμα. Θα μου πεις βέβαια πως τα λεφτά δε βρωμάνε. Κι ας βγαίνουν από σκατά, από φόνους, από ναρκωτικά. Κάνεις μια έτσι, χαϊδεύεις το χιλιάρικο, το βάζεις στην τσαντούλα σου και κει να δεις μυρωδιά. Γιασεμί, Μπουγαρίνι…  Η προώθηση; Ποια προώθηση ρε μαλάκα; Τ’ αφεντικά για σένα θα δουλεύουν νομίζεις; Εσύ θα δουλεύεις γι’ αυτά. Και μάλιστα κατά παραγγελία! Τα ποσοστά; Ξανά η γλύκα του χρήματος. Είναι δύσκολο ν’ αρνηθείς τα λεφτά όταν η μέρα σου αρχίζει με σκατά, ανακατεύεσαι μ’ αυτά και το βράδυ θέλεις να μοσχοβολάς…

Ξανακατέβηκα την Αθηνάς. Πέρασα μπροστά απ’ τα ξενοδοχεία. Ξέρετε ποια εννοώ. Εκεί που εκδίδονται κάποιες άτυχες γυναίκες , νιές, γριές. Εσείς δεν είστε μέσα σ’ αυτές. Και μόνο γι’ αυτό είστε τυχερές. Το ότι είστε υπερήφανες γι’ αυτό, ε αυτό το ξέρω! Το διαλαλάτε συνέχεια. Περνώντας μπροστά απ’ αυτά τα ξενοδοχεία, φορτωμένες ψώνια για την οικογένεια, από την κεντρική αγορά για πιο φτηνά, βλέπω πώς τις κοιτάτε. Όλα τα χει το βλέμμα σας. Και περιέργεια και φόβο και λύπηση και ντροπή. Έλεος δεν έχει. Εσείς είστε στις ευνοημένες από την κυρά Τύχη.

Κοιτάζω την κυρούλα που είναι μπροστά στην πόρτα του ξενοδοχείου… Σε τίποτα δεν διαφέρει από τη θεία μου, νοικοκυρά γυναίκα αυτή. Μήπως έχετε μείνει στη φιλοσοφία πως οι πουτάνες βάφονται; Πλανάσθε αγαπητές μου κυρίες! Σήμερα οι πουτάνες δεν βάφονται. Αυτό το κάνουν οι άλλες γυναίκες, που δεν έχουν καμιά σχέση με το επάγγελμα. Εγώ ζω ανάμεσα σ’ αυτές τις γυναίκες. Ελάχιστες βάφονται. Κι όσες το κάνουν γίνεται σπάνια και μπορώ να πω, διακριτικά. Ίσως για να βγάλουν από πάνω τους την προϊστορία. Ίσως γιατί θέλουν να ξεχωρίζουν. Ίσως γιατί δεν έχει μείνει ίχνος ενδιαφέροντος για τον εαυτό τους. Ίσως… ίσως…

Τόσα «ίσως» είπα. Και δεν είπα μια σωστή κουβέντα. Μια μόνο λέξη χωρίς «ίσως» : ΜΟΝΑΞΙΑ.



                                                                                                                       Μποντούα Σελλά, «Κυρίες μου …εκδίδομαι»


                                                                              pinokio