Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Η Κύριακη του Γιάννη


Τις Κυριακές ο Γιάννης  περνούσε την μέρα του στην παραλιακή παρατηρώντας τους ποδηλάτες. Του άρεσε να κάνει υποθέσεις για τις σκέψεις τους σε συνδυασμό με τις ποικίλες πινελιές ανθρώπων σε ακανόνιστο γαλάζιο που χρησιμοποιούσαν για φόντο.
Οι υποθέσεις του Γιάννη δεν ήταν άσκοπες, θα ανακάλυπτε μια μέρα τον σκοπό ήξερε ότι υπάρχει και το μόνο που χρειαζόταν ήταν μερικά ακόμα κεντρίσματα που θα τον αποκάλυπταν.
«Η Κυριακή είναι γιορτή. Κοντή μεν, γιορτή δε…» έλεγε.
Έτσι στα προεόρτια του Σαββάτου σκότωνε με αλκοόλ κάθε κυτταρική μνήμη που του δημιούργησαν και κάθε Κυριακή ξυπνούσε νεκραναστημένος και έτοιμος να προσφέρει, απρόθυμα μα πάντα αδιαμαρτύρητα, ψυχή και σώμα.

‘’Κυριακή’’
Νερό, φαγητό, καφές, τσιγάρα, τουαλέτα, ποδηλάτες…
«Δώσε με δύο κουλούρια.» Ο γείτονας θα το ψήνει το πρωινό…
Εκτός από γείτονάς μου είμαι και ο νονός του. Τον είπα Ροβισώνα Κροίσο, μένει στον παραπίσω  κάδο και είναι ο ποιο πλούσιος άστεγος σε ολόκληρη τη πόλη. Έχει δύο σωματοφύλακες μιας σπάνιας ράτσας που δεν γνωρίζω, και είναι στολισμένος με τα αντιπροσωπευτικότερα και ομορφότερα στολίδια της πόλης! Αυτό που τον κάνει ποιο πολύ απ’ όλα να ξεχωρίζει είναι μια τσακισμένη χρυσή, μάλλον, βέρα που έχει δεμένη με καννάβινη τριχιά γύρο από το  λαιμό του.
Ο Ροβισώνας δεν λέει ποτέ ευχαριστώ για το κουλούρι, ούτε και καλημέρα.
«Μέρες σαν άλλοτε είναι κ’ η μέρες μας» μου λέει μου κουνάει το σακατεμένο του δάχτυλο σα να με μαλώνει για κάτι που νομίζω πως δεν φταίω. 
Αντί για το κουλούρι, αυτή τη φορά, ο Ροβισώνας έκανε την έκπληξη κ γράπωσε τον Γιάννη σφιχτά από τον καρπό!
-  Μέρες σαν άλλοτε είναι κ’ η μέρες μας…!
- Μέρες είναι, Θα περάσουν… (του απάντησα)
- Όχι. Άκου… Μέρες σαν άλλοτε είναι κ’ η μέρες μας.
Αποκομμένοι από τη φύση μας. Ελεύθεροι.
Μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά. Τον φόβο.
Δρόμους παίρνουμε κι’ αφήνουμε ψάχνοντας γι’ αυτά που μας ανήκουν.
Παζαρεύουμε ματαιόδοξα προσμένοντας στο λάθος του άλλου. Χαιρέκακα.
Κάναμε και την έκφραση “τέχνη”, για να μας θυμίζει αυτό που όλο ξεχνάμε…
Ντύσαμε και το μωρό μας με ηθική.. Χμ… μας σόκαρε η γύμνια του…
Τώρα σμιλευμένοι, όπως νομίζουμε, από την εμπειρία, επιστροφή ζητάμε στη μάνα Φύση.
Σε αυτή που πληγώσαμε με τη ματαιοδοξία μας.
Σε αυτή που βλάψαμε με τη λογική μας.
Σε αυτή που δε μας στέρησε τίποτα.
Σε αυτή που από αγάπη μας άφησε μόνους και εμείς αποτύχαμε στα όνειρά που έκανε για εμάς.
                Ο Ροβισώνας είχε ποια σηκωθεί όρθιος πάνω στον θρόνο του και απευθυνόταν σε ολόκληρο το βασίλειο του.
-Συγνώμη Μάνα! Αλλά ποτέ δεν μου είπες ποιόν έχω πατέρα!  
Θα πρέπει να τα έχει χάσει παντελώς! Η μοναξιά της κορυφής βλάπτει τον άνθρωπο…
Σήμερα δείχνει να είναι διαφορετική αύτη η Κυριακή. Αυτός ο Ροβισώνας με τάραξε.. και αυτοί οι, άγνωστο γιατί χαρούμενοι, τουρίστες έχουν πιάσει το παγκάκι μου! Οι ξεδιάντροποι…
Ο Γιάννης αφού στάθηκε για δύο λεπτά, αποφάσισε να αράξει αυτή τη φορά στο πεζούλι που βρισκόταν ακριβός μπροστά στη θάλασσα.
Εκεί, κατάχαμα, ο Γιάννης οκλαδόν  και γυρισμένος πλάτη στη θάλασσα, δάγκωσε μια μεγάλη μπουκιά από το κουλούρι και κοίταξε ίσια και εξερευνητικά τον καινούριο πίνακα που εκτίθονταν μπροστά του.
Ο πρώτος ποδηλάτης εμφανίστηκε στην αριστερή άκρη του καμβά, μα αυτή τη φορά κάτι είχε αλλάξει, κάτι δεν πήγαινε σωστά.
Το κορμί του Γιάννη κατακλίστηκε από ένα ανεξήγητο ανατρίχιασμα.
Ο χρόνος που ταλάντευε το φόντο με όλες του τις πινελιές είχε παγώσει.
Ο ήχος που έντυνε ατημέλητα το έργο τέχνης που τόσο γοήτευε τον Γιάννη, είχε παραχωρήσει τη θέση του στο διαφανές πέπλο ενός υπόκωφου βουητού.  
Μόνο ο ποδηλάτη συνέχιζε σταθερός τη πορεία του. Μα όχι απλά διασχίζοντας τον καμβά, αλλά λες και οι ρόδες του ποδηλάτου να ήταν φτιαγμένες από ξυράφια τον έσχιζαν στα δυο.
Τώρα ο Γιάννης έβλεπε καθαρά. Πίσω από τον πίνακα ήταν όλα αυτά που πάντα περίμενε να του αποκαλυφθούν.
            Τώρα ο Γιάννης ήξερε τι πρέπει και δεν ξέχασε τίποτα ξανά… 


                                                                                                                                                      Zain